duple
du
ˈdju:
dyoo
ple
pəl
pēl
dapple

Ορισμός και σημασία του "duple"στα αγγλικά

01

διπλός, δυαδικός

consisting of or involving two parts or components usually in pairs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most duple
συγκριτικός βαθμός
more duple
διαβαθμίσιμο
02

διπλό, δυαδικό

referring to a musical rhythm that is based on two beats per measure 
Παραδείγματα
In duple rhythm, the emphasis is typically placed on the first beat of each measure. 

Στον διπλό ρυθμό, η έμφαση τοποθετείται συνήθως στην πρώτη χτύπηση κάθε μέτρου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store