Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bitterly
Παραδείγματα
I remember him saying bitterly that success always came too late.
Θυμάμαι που είπε πικρά ότι η επιτυχία έρχεται πάντα πολύ αργά.
02
πικρά, έντονα
to an extreme or intense degree, especially in opposition or emotion
Παραδείγματα
His proposal was bitterly rejected by the board.
Η πρότασή του πικρά απορρίφθηκε από το συμβούλιο.
Παραδείγματα
She wrapped her coat tighter around her on that bitterly chilly night.
Τυλίχτηκε πιο σφιχτά το παλτό της εκείνη την πικρά κρύα νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
bitterly
bitter



























