Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bitters
01
πικρό ποτό, πικρό λικέρ
alcoholic liquor flavored with bitter herbs and roots
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bitters
LanGeek



























