Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tittle-tattle
01
φλυαρία, κουτσομπολιό
light informal conversation for social occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to tittle-tattle
01
φλυαρώ, κουτσομπολεύω
speak (about unimportant matters) rapidly and incessantly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tittle-tattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tittle-tattles
ενεστώτα μετοχή
tittle-tattling
απλός αόριστος
tittle-tattled
παθητική μετοχή
tittle-tattled



























