tiny
ti
ˈtaɪ
tai
ny
ni
ni
tinny

Ορισμός και σημασία του "tiny"στα αγγλικά

01

μικροσκοπικός, πολύ μικρός

extremely small 
tiny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tiniest
συγκριτικός βαθμός
tinier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, perception, objects
Παραδείγματα
He found a tiny seashell on the beach. 

Βρήκε ένα μικροσκοπικό κοχύλι στην παραλία.

01

μικρούλι, παιδάκι

a very young child, often used affectionately 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tinies
Παραδείγματα
The nursery was filled with toys for the tinies to play with. 

Το παιδικό σταθμός ήταν γεμάτος παιχνίδια για να παίζουν τα μικρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tininess
tiny
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store