Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tint
01
απόχρωση, χροιά
any darker or lighter variation of one color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tints
02
βαφή, χρωστική ουσία
a chemical used to color the hair
03
απόχρωση, χροιά
a just detectable amount
to tint
01
βαφή, χρωματίζω
to color someone's hair using a chemical
Transitive: to tint hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tint
γ΄ ενικό πρόσωπο
tints
ενεστώτα μετοχή
tinting
απλός αόριστος
tinted
παθητική μετοχή
tinted
Παραδείγματα
She likes to tint her hair with subtle highlights.
Της αρέσει να βαφτίζει τα μαλλιά της με διακριτές φωτεινές πινελιές.
02
χρωματίζω ελαφρά, βάφω
to add a small amount of color to something to change its shade or hue
Transitive: to tint sth
Παραδείγματα
The photographer tinted the black-and-white photo to give it a vintage feel.
Ο φωτογράφος έβαψε την ασπρόμαυρη φωτογραφία για να της δώσει μια βινταζική αίσθηση.



























