time-worn
time
taɪm
taim
worn
wɔ:n
vawn
timeworn

Ορισμός και σημασία του "time-worn"στα αγγλικά

01

φθαρμένος από το χρόνο, παλαιός

used or existed for a long time, often showing signs of age or wear 
time-worn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most time-worn
συγκριτικός βαθμός
more time-worn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The time-worn bookshelves in the library bore the marks of countless readers over the years. 

Οι παλιωμένες βιβλιοθήκες στη βιβλιοθήκη έφεραν τα σημάδια αμέτρητων αναγνωστών όλα αυτά τα χρόνια.

02

κλισέ, ξεπερασμένος

uninteresting or ineffective due to being old or overused 
Παραδείγματα
The comedian’s routine was full of time-worn jokes that didn’t get many laughs. 

Η ρουτίνα του κωμικού ήταν γεμάτη με κλισέ αστεία που δεν προκάλεσαν πολλά γέλια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store