Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
time-worn
01
φθαρμένος από το χρόνο, παλαιός
used or existed for a long time, often showing signs of age or wear
Παραδείγματα
His time-worn boots, scuffed and worn, were a testament to his outdoor adventures.
Τα παλιωμένα του μποτάκια, γρατζουνισμένα και φθαρμένα, ήταν απόδειξη των περιπετειών του στη φύση.
Παραδείγματα
Her time-worn advice about saving money no longer felt relevant in today ’s economy.
Οι ξεπερασμένες συμβουλές της για την εξοικονόμηση χρημάτων δεν ένιωθαν πλέον σχετικές στην σημερινή οικονομία.



























