time-worn
time
taɪm
ταιμ
worn
wɔrn
ουορν
/tˈaɪmwˈɔːn/
timeworn

Ορισμός και σημασία του "time-worn"στα αγγλικά

01

φθαρμένος από το χρόνο, παλαιός

used or existed for a long time, often showing signs of age or wear
time-worn definition and meaning
Παραδείγματα
His time-worn boots, scuffed and worn, were a testament to his outdoor adventures.
Τα παλιωμένα του μποτάκια, γρατζουνισμένα και φθαρμένα, ήταν απόδειξη των περιπετειών του στη φύση.
02

κλισέ, ξεπερασμένος

uninteresting or ineffective due to being old or overused
Παραδείγματα
Her time-worn advice about saving money no longer felt relevant in today ’s economy.
Οι ξεπερασμένες συμβουλές της για την εξοικονόμηση χρημάτων δεν ένιωθαν πλέον σχετικές στην σημερινή οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store