Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tidy
01
τακτοποιημένος, οργανωμένος
having a clean and well-organized appearance and state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tidiest
συγκριτικός βαθμός
tidier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She always kept her purse tidy, with items neatly arranged and easily accessible.
Πάντα κρατούσε την τσάντα της τακτοποιημένη, με τα αντικείμενα τακτοποιημένα και εύκολα προσβάσιμα.
02
τακτοποιημένος, νετ
well-groomed, neat, and styled in an organized and deliberate manner
03
σημαντικός, μεγάλος
large in amount or extent or degree
04
τακτικός, οργανωμένος
(of a person) keeping things clean, organized, with everything is in its proper place
Παραδείγματα
Her tidy habits help her stay focused and productive.
Οι οργανωμένες συνήθειές της τη βοηθούν να παραμένει συγκεντρωμένη και παραγωγική.
to tidy
01
τακτοποιώ, οργανώνω
to organize a place and put things where they belong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tidy
γ΄ ενικό πρόσωπο
tidies
ενεστώτα μετοχή
tidying
απλός αόριστος
tidied
παθητική μετοχή
tidied
Παραδείγματα
It only took a few minutes to tidy the garden by trimming the hedges and clearing away the fallen leaves.
Χρειάστηκαν μόνο λίγα λεπτά για να τακτοποιήσει τον κήπο κόβοντας τις θάμνους και καθαρίζοντας τα πεσμένα φύλλα.
Tidy
01
κουτί ραπτικής, κουτί ραψίματος
receptacle that holds odds and ends (as sewing materials)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tidies
Λεξικό Δέντρο
tidily
tidiness
untidy
tidy



























