Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tidy
01
τακτοποιημένος, οργανωμένος
having a clean and well-organized appearance and state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tidiest
συγκριτικός βαθμός
tidier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She kept her desk tidy by clearing away clutter and organizing papers into folders.
Κράτησε το γραφείο της τακτοποιημένο καθαρίζοντας την ακαταστασία και οργανώνοντας τα χαρτιά σε φακέλους.
02
τακτοποιημένος, νετ
well-groomed, neat, and styled in an organized and deliberate manner
03
σημαντικός, μεγάλος
large in amount or extent or degree
04
τακτικός, οργανωμένος
(of a person) keeping things clean, organized, with everything is in its proper place
Παραδείγματα
She is a tidy person who always keeps her desk clean.
Είναι ένα οργανωμένο άτομο που διατηρεί πάντα το γραφείο της καθαρό.
to tidy
01
τακτοποιώ, οργανώνω
to organize a place and put things where they belong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tidy
γ΄ ενικό πρόσωπο
tidies
ενεστώτα μετοχή
tidying
απλός αόριστος
tidied
παθητική μετοχή
tidied
Παραδείγματα
She decided to tidy her room before her friends came over to visit.
Αποφάσισε να τακτοποιήσει το δωμάτιό της πριν έρθουν οι φίλοι της.
Tidy
01
κουτί ραπτικής, κουτί ραψίματος
receptacle that holds odds and ends (as sewing materials)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tidies
Λεξικό Δέντρο
tidily
tidiness
untidy
tidy



























