Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to acquit
01
αθωώνω, κηρύσσω αθώο
to officially decide and declare in a law court that someone is not guilty of a crime
Transitive: to acquit a defendant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acquit
γ΄ ενικό πρόσωπο
acquits
ενεστώτα μετοχή
acquitting
απλός αόριστος
acquitted
παθητική μετοχή
acquitted
Παραδείγματα
The company was accused of wrongdoing, but after a thorough investigation, they were acquitted of any illegal activities.
Η εταιρεία κατηγορήθηκε για αδικήματα, αλλά μετά από διεξοδική έρευνα, αθωώθηκε από οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα.
02
συμπεριφέρομαι, παρουσιάζομαι
to behave or perform in a particular manner
Transitive: to acquit oneself in a specific manner
Παραδείγματα
He acquitted himself well during the presentation, impressing the board with his ideas.
Συμπεριφέρθηκε καλά κατά την παρουσίαση, εντυπωσιάζοντας το συμβούλιο με τις ιδέες του.
Λεξικό Δέντρο
acquitted
acquit



























