Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acreage
01
έκταση, περιοχή
the total expanse of land, typically measured in square units
Παραδείγματα
The local government designated the vast acreage of forested land as protected wilderness to conserve its natural beauty and biodiversity.
Η τοπική κυβέρνηση όρισε την τεράστια έκταση δασικής γης ως προστατευόμενη άγρια φύση για τη διατήρηση της φυσικής ομορφιάς και της βιοποικιλότητάς της.
Λεξικό Δέντρο
acreage
acre



























