acreage
ac
ˈeɪkɜ
εικερ
reage
rɪʤ
ριτζ
/ˈe‍ɪkəɹɪd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "acreage"στα αγγλικά

01

έκταση, περιοχή

the total expanse of land, typically measured in square units
Παραδείγματα
The local government designated the vast acreage of forested land as protected wilderness to conserve its natural beauty and biodiversity.
Η τοπική κυβέρνηση όρισε την τεράστια έκταση δασικής γης ως προστατευόμενη άγρια φύση για τη διατήρηση της φυσικής ομορφιάς και της βιοποικιλότητάς της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store