acreage
a
ˈeɪ
ei
c
reage
rɪʤ
rij

Ορισμός και σημασία του "acreage"στα αγγλικά

01

έκταση, περιοχή

the total expanse of land, typically measured in square units 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acreages
Παραδείγματα
The farmhouse sits on a sprawling acreage surrounded by lush green fields and towering trees. 

Το αγροτικό σπίτι βρίσκεται σε μια απέραντη έκταση γης, περιτριγυρισμένη από πλούσιες πράσινες πεδιάδες και ψηλά δέντρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store