Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrimony
01
πικρία, δριμύτητα
words or feelings that are filled with anger or bitterness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite once being close friends, their falling out resulted in years of acrimony and resentment.
Παρά το γεγονός ότι ήταν κάποτε στενοί φίλοι, η διαφωνία τους οδήγησε σε χρόνια πικρίας και δυσαρέσκειας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
acrimonious
acrimony
acrid



























