acrimony
ac
ˈæk
āk
ri
ri
mo
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "acrimony"στα αγγλικά

01

πικρία, δριμύτητα

words or feelings that are filled with anger or bitterness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite once being close friends, their falling out resulted in years of acrimony and resentment. 

Παρά το γεγονός ότι ήταν κάποτε στενοί φίλοι, η διαφωνία τους οδήγησε σε χρόνια πικρίας και δυσαρέσκειας.

Λεξικό Δέντρο

acrimonious
acrimony
acrid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store