Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrimony
01
πικρία, δριμύτητα
words or feelings that are filled with anger or bitterness
Παραδείγματα
Their divorce was marked by deep acrimony, filled with spiteful accusations.
Το διαζύγιό τους σημαδεύτηκε από βαθιά πικρία, γεμάτη με μοχθηρές κατηγορίες.
Λεξικό Δέντρο
acrimonious
acrimony
acrid



























