Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thieve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
thieves
ενεστώτα μετοχή
thieving
απλός αόριστος
thieved
παθητική μετοχή
thieved
Παραδείγματα
The burglar tried to thieve expensive electronics from the house.
Ο κλέφτης προσπάθησε να κλέψει ακριβά ηλεκτρονικά από το σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thieving
thieving
thievish
thieve



























