Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to thieve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
thieves
ενεστώτα μετοχή
thieving
απλός αόριστος
thieved
παθητική μετοχή
thieved
Παραδείγματα
It ’s wrong to thieve, no matter the value of the item stolen.
Είναι λάθος να κλέβεις, ανεξάρτητα από την αξία του κλαπέντος αντικειμένου.
Λεξικό Δέντρο
thieving
thieving
thievish
thieve



























