thieve
thieve
θiv
θιβ
/θˈiːv/

Ορισμός και σημασία του "thieve"στα αγγλικά

to thieve
01

κλέβω, ληστεύω

to take something without permission, usually in a covert or illegal manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
thieves
ενεστώτα μετοχή
thieving
απλός αόριστος
thieved
παθητική μετοχή
thieved
Παραδείγματα
It ’s wrong to thieve, no matter the value of the item stolen.
Είναι λάθος να κλέβεις, ανεξάρτητα από την αξία του κλαπέντος αντικειμένου.

Λεξικό Δέντρο

thieving
thieving
thievish
thieve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store