to thieve
thieve
θi:v
thiv
cleavegrievegreavebereave

Ορισμός και σημασία του "thieve"στα αγγλικά

to thieve
01

κλέβω, ληστεύω

to take something without permission, usually in a covert or illegal manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
thieves
ενεστώτα μετοχή
thieving
απλός αόριστος
thieved
παθητική μετοχή
thieved
Παραδείγματα
The burglar tried to thieve expensive electronics from the house. 

Ο κλέφτης προσπάθησε να κλέψει ακριβά ηλεκτρονικά από το σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thieving
thieving
thievish
thieve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store