temperate
tem
ˈtɛm
tem
pe
rate
rɪt
rit
template

Ορισμός και σημασία του "temperate"στα αγγλικά

01

μετριοπαθής, συνετός

having a mild and moderate nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most temperate
συγκριτικός βαθμός
more temperate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He has a temperate nature, never letting his emotions get the best of him. 

Έχει μια μετριοπαθή φύση, ποτέ δεν αφήνει τα συναισθήματά του να τον κυριεύσουν.

02

εύκρατος, μετριοπαθής

(of a region or climate) having a temperature that is never very cold or very hot 
Παραδείγματα
The Mediterranean region is known for its temperate climate, characterized by mild winters and warm summers. 

Η περιοχή της Μεσογείου είναι γνωστή για το εξαιρετικά ήπιο κλίμα της, που χαρακτηρίζεται από ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια.

03

μετριοπαθής, συντηρητικός

moderate or restrained in degree, amount, or intensity 
Παραδείγματα
She exercised a temperate use of sugar in her diet. 

Άσκησε μετριοπαθή χρήση ζάχαρης στη διατροφή της.

Λεξικό Δέντρο

intemperate
temperately
temperateness
temperate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store