Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Temperateness
01
μετριοπάθεια, μέτριο καιρό
moderate weather; suitable for outdoor activities
02
μετριοπάθεια, εγκράτεια
exhibiting restraint imposed on the self
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
intemperateness
temperateness
temperate



























