Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tangible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tangible
συγκριτικός βαθμός
more tangible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soft texture of the fabric was immediately tangible as she ran her fingers over it.
Η απαλή υφή του υφάσματος ήταν άμεσα απτή καθώς πέρασε τα δάχτυλά της πάνω του.
02
απτός, συγκεκριμένος
concrete and real rather than abstract
Παραδείγματα
The research produced tangible results, such as data and measurable outcomes, that could be treated as fact.
Η έρευνα παρήγαγε απτά αποτελέσματα, όπως δεδομένα και μετρήσιμα αποτελέσματα, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως γεγονότα.
03
απτός, υλικός
(of especially business assets) having physical substance and intrinsic monetary value
04
απτός, ευάισθητος
capable of being perceived; especially capable of being handled or touched or felt
Λεξικό Δέντρο
intangible
tangibility
tangibleness
tangible



























