Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tangential
01
εφαπτόμενος, άσχετος
not or barely relevant to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tangential
συγκριτικός βαθμός
more tangential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His comments about vacation plans were tangential to the discussion on budget cuts.
Τα σχόλιά του για τα σχέδια διακοπών ήταν εφαπτόμενα στη συζήτηση για τις περικοπές του προϋπολογισμού.
02
εφαπτόμενος, εφαπτομενικός
referring to a line or motion that just touches the surface of an object at a single point
Παραδείγματα
As the wheel rotated, he observed its tangential movement at the outer edge.
Καθώς ο τροχός περιστρεφόταν, παρατήρησε την εφαπτομενική κίνησή του στην εξωτερική άκρη.
Λεξικό Δέντρο
tangentially
tangential
tangent



























