Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tangentially
01
εφαπτομενικά, έμμεσα
in a way that is related to a topic but not directly connected or relevant
Παραδείγματα
In her research paper, the scientist explored the main hypothesis but tangentially considered alternative explanations for the observed phenomena.
Στο ερευνητικό της έγγραφο, η επιστήμονας εξερεύνησε την κύρια υπόθεση αλλά εφαπτομενικά εξέτασε εναλλακτικές εξηγήσεις για τα παρατηρούμενα φαινόμενα.
Λεξικό Δέντρο
tangentially
tangential
tangent



























