Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tangential
01
εφαπτόμενος, άσχετος
not or barely relevant to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tangential
συγκριτικός βαθμός
more tangential
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His tangential observations during the meeting were interesting but not relevant to the agenda.
Οι εφαπτομενικές παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της συνάντησης ήταν ενδιαφέρουσες αλλά όχι σχετικές με την ημερήσια διάταξη.
02
εφαπτόμενος, εφαπτομενικός
referring to a line or motion that just touches the surface of an object at a single point
Παραδείγματα
The light 's tangential approach created a unique reflection on the mirror.
Η εφαπτομενική προσέγγιση του φωτός δημιούργησε μια μοναδική αντανάκλαση στον καθρέφτη.
Λεξικό Δέντρο
tangentially
tangential
tangent



























