tahini
ta
τα
hi
ˈhi:
χι
ni
ni
νι
tahiti

Ορισμός και σημασία του "tahini"στα αγγλικά

01

ταχίνι, παστέλα σουσάμι

a creamy paste made from ground sesame seeds, commonly used in Middle Eastern cuisine 
tahini definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
As a vegan, she often used tahini as a substitute for butter or cream in her recipes. 

Ως χορτοφάγος, χρησιμοποιούσε συχνά ταχίνι ως υποκατάστατο του βουτύρου ή της κρέμας στις συνταγές της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store