bifurcate
bi
ˈbaɪ
μπαι
fur
fɜr
φερρ
cate
ˌkeɪt
κειτ
/baɪfˈɜːkeɪt/

Ορισμός και σημασία του "bifurcate"στα αγγλικά

to bifurcate
01

χωρίζω, διακλαδίζω

to split something into two distinct parts
Transitive: to bifurcate sth
to bifurcate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bifurcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
bifurcates
ενεστώτα μετοχή
bifurcating
απλός αόριστος
bifurcated
παθητική μετοχή
bifurcated
Παραδείγματα
In order to manage traffic more efficiently, the city planners decided to bifurcate the road.
Για να διαχειριστούν την κυκλοφορία πιο αποτελεσματικά, οι πολεοδόμοι αποφάσισαν να διαχωρίσουν το δρόμο.
02

διακλαδίζομαι, χωρίζομαι σε δύο κλάδους

to split into two branches or parts
Intransitive
Παραδείγματα
In the cave system, the passage bifurcates into two tunnels, each leading to different chambers.
Στο σύστημα των σπηλαίων, το πέρασμα διακλαδίζεται σε δύο σήραγγες, καθεμία οδηγεί σε διαφορετικές αίθουσες.
01

διακλαδισμένος, χωρισμένος σε δύο κλάδους

having two branches, divisions, or prongs that split from a common point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bifurcate
συγκριτικός βαθμός
more bifurcate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The river formed a bifurcate delta before reaching the sea.
Ο ποταμός σχημάτισε ένα διακλαδισμένο δέλτα πριν φτάσει στη θάλασσα.

Λεξικό Δέντρο

bifurcated
bifurcate
furcate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store