Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bifurcate
01
χωρίζω, διακλαδίζω
to split something into two distinct parts
Transitive: to bifurcate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bifurcate
γ΄ ενικό πρόσωπο
bifurcates
ενεστώτα μετοχή
bifurcating
απλός αόριστος
bifurcated
παθητική μετοχή
bifurcated
Παραδείγματα
In order to manage traffic more efficiently, the city planners decided to bifurcate the road.
Για να διαχειριστούν την κυκλοφορία πιο αποτελεσματικά, οι πολεοδόμοι αποφάσισαν να διαχωρίσουν το δρόμο.
02
διακλαδίζομαι, χωρίζομαι σε δύο κλάδους
to split into two branches or parts
Intransitive
Παραδείγματα
In the cave system, the passage bifurcates into two tunnels, each leading to different chambers.
Στο σύστημα των σπηλαίων, το πέρασμα διακλαδίζεται σε δύο σήραγγες, καθεμία οδηγεί σε διαφορετικές αίθουσες.
bifurcate
01
διακλαδισμένος, χωρισμένος σε δύο κλάδους
having two branches, divisions, or prongs that split from a common point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bifurcate
συγκριτικός βαθμός
more bifurcate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The river formed a bifurcate delta before reaching the sea.
Ο ποταμός σχημάτισε ένα διακλαδισμένο δέλτα πριν φτάσει στη θάλασσα.
Λεξικό Δέντρο
bifurcated
bifurcate
furcate



























