bifolium
Pronunciation
/baɪfˈoʊliəm/

Ορισμός και σημασία του "bifolium"στα αγγλικά

01

διφύλλιο, διπλωμένο φύλλο

a sheet of paper or parchment that has been folded in half to create two leaves or four pages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bifolia
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store