swarthy
swar
ˈswɔ:
svaw
thy
ði
dhi

Ορισμός και σημασία του "swarthy"στα αγγλικά

01

μαυρισμένος, σκούρος

having a naturally dark face or complexion 
swarthy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
swarthiest
συγκριτικός βαθμός
swarthier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, skin, complexion
Παραδείγματα
The swarthy sailor had weather-beaten skin from years spent at sea. 

Ο μαυρισμένος ναυτικός είχε δέρμα καταστραμμένο από τα χρόνια στη θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

swarthiness
swarthy
swarth
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store