swash
swash
swɒʃ
svosh
smashswishstashswath

Ορισμός και σημασία του "swash"στα αγγλικά

01

ο ήχος του νερού, το μουρμούρισμα των κυμάτων

the gentle, rhythmic movement and sound of water as it washes up onto the shore or against objects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swashes
Παραδείγματα
The beach was filled with the soothing swash of the waves. 

Η παραλία ήταν γεμάτη από τον ηρεμιστικό ήχο των κυμάτων.

to swash
01

καμαρώνω, συμπεριφέρομαι με αλαζονεία

act in an arrogant, overly self-assured, or conceited manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swash
γ΄ ενικό πρόσωπο
swashes
ενεστώτα μετοχή
swashing
απλός αόριστος
swashed
παθητική μετοχή
swashed
02

επιδεικνύω, καυχιέμαι

show off 
03

πλατσουρίζω, ραντίζω

dash a liquid upon or against 
04

κάνω θορυβώδεις κινήσεις, κάνω βίαιες

make violent, noisy movements 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store