swarming
swar
ˈswɔ:
svaw
ming
mɪng
ming
swabbingswimmingswathing

Ορισμός και σημασία του "swarming"στα αγγλικά

01

ομαδική επίθεση, συλλογική επίθεση

(Canada) a crime in which multiple attackers assault an unsuspecting victim at once, usually without motive 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
swarmings
Παραδείγματα
The police reported a swarming downtown last night. 

Η αστυνομία ανέφερε σμήνος στο κέντρο της πόλης χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

swarming
swarm
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store