Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swarm
01
σμήνων, πλημμυρίζω
to gather or travel to a place in large, dense groups
Intransitive: to swarm somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swarm
γ΄ ενικό πρόσωπο
swarms
ενεστώτα μετοχή
swarming
απλός αόριστος
swarmed
παθητική μετοχή
swarmed
Παραδείγματα
Shoppers swarmed into the store on Black Friday.
Οι πελάτες συρρέουν στο κατάστημα την Μαύρη Παρασκευή.
02
συρρέω, γεμίζω
to be filled or crowded with large numbers of people, animals, or things
Intransitive: to swarm with sth
Παραδείγματα
The garden swarmed with butterflies in the spring.
Ο κήπος γεμίζει με πεταλούδες την άνοιξη.
Swarm
01
σμήνος, σύννεφο
a large group of insects moving together in the same direction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swarms
Παραδείγματα
A swarm of bees flew out of the hive.
Ένα σμήνος μελισσών πετάχτηκε έξω από τη κυψέλη.
02
ένα πλήθος, ένα σμήνος
a large, moving crowd of people
Παραδείγματα
A swarm of fans rushed to the stage when the band appeared.
Ένα πλήθος θαυμαστών έτρεξε στη σκηνή όταν εμφανίστηκε το συγκρότημα.



























