Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swarm
01
σμήνων, πλημμυρίζω
to gather or travel to a place in large, dense groups
Intransitive: to swarm somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
swarm
γ΄ ενικό πρόσωπο
swarms
ενεστώτα μετοχή
swarming
απλός αόριστος
swarmed
παθητική μετοχή
swarmed
Παραδείγματα
Soldiers swarmed into the town to secure the area.
Οι στρατιώτες κατέκλυσαν την πόλη για να ασφαλίσουν την περιοχή.
02
συρρέω, γεμίζω
to be filled or crowded with large numbers of people, animals, or things
Intransitive: to swarm with sth
Παραδείγματα
The old barn swarmed with bats at dusk.
Το παλιό αχυρώνα γεμίζει από νυχτερίδες το σούρουπο.
Swarm
01
σμήνος, σύννεφο
a large group of insects moving together in the same direction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swarms
Παραδείγματα
The beekeeper carefully avoided the swarm of bees.
Ο μελισσοκόμος απέφυγε προσεκτικά το σμήνος των μελισσών.
02
ένα πλήθος, ένα σμήνος
a large, moving crowd of people
Παραδείγματα
A swarm of shoppers flooded the stores during the sale.
Ένα σμήνος αγοραστών πλημμύρισε τα καταστήματα κατά τη διάρκεια της έκπτωσης.



























