surprising
Pronunciation
/sɚˈpraɪzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "surprising"στα αγγλικά

surprising
01

εκπληκτικός, καταπληκτικός

causing a feeling of shock, disbelief, or wonder
surprising definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surprising
συγκριτικός βαθμός
more surprising
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The test results were surprising to the teacher.
Τα αποτελέσματα των τεστ ήταν εκπληκτικά για τον δάσκαλο.

Λεξικό Δέντρο

surprisingly
surprisingness
unsurprising
surprising
surprise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store