surplus
sur
ˈsɜr
σερρ
plus
plʌs
πλασ
/sˈɜːpləs/

Ορισμός και σημασία του "surplus"στα αγγλικά

01

πλεονάζων, περιττός

more than is needed, desired, or required
surplus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surplus
συγκριτικός βαθμός
more surplus
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surplus energy generated by the solar panels was stored for later use.
Η περίσσεια ενέργεια που παράγεται από τα ηλιακά πάνελ αποθηκεύτηκε για μελλοντική χρήση.
01

πλεόνασμα, περίσσεια

a quantity much larger than is needed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surpluses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store