Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surplus
01
πλεονάζων, περιττός
more than is needed, desired, or required
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surplus
συγκριτικός βαθμός
more surplus
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The warehouse had a surplus inventory of winter coats after the mild season.
Η αποθήκη είχε πλεόνασμα αποθέματος χειμερινών παλτό μετά την ήπια εποχή.
Surplus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surpluses



























