Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surly
01
βλοσυρός, αγενής
ill-tempered and often rude to others
Παραδείγματα
Even on the sunniest of days, the old man 's surly demeanor seemed to cast a shadow over the neighborhood.
Ακόμα και στις πιο ηλιόλουστες μέρες, η βλοσυρή συμπεριφορά του γέρου φαινόταν να ρίχνει μια σκιά στη γειτονιά.
Λεξικό Δέντρο
surliness
surly
sure



























