surly
Pronunciation
/ˈsɝɫi/

Ορισμός και σημασία του "surly"στα αγγλικά

01

βλοσυρός, αγενής

ill-tempered and often rude to others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
surliest
συγκριτικός βαθμός
surlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even on the sunniest of days, the old man 's surly demeanor seemed to cast a shadow over the neighborhood.
Ακόμα και στις πιο ηλιόλουστες μέρες, η βλοσυρή συμπεριφορά του γέρου φαινόταν να ρίχνει μια σκιά στη γειτονιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store