Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bewilder
01
μπερδεύω, συγχύζω
to confuse someone, leaving them uncertain
Transitive: to bewilder sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bewilder
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewilders
ενεστώτα μετοχή
bewildering
απλός αόριστος
bewildered
παθητική μετοχή
bewildered
Παραδείγματα
The rapid changes in the weather bewildered the meteorologists, making it hard to predict.
Οι γρήγορες αλλαγές στον καιρό μπέρδεψαν τους μετεωρολόγους, καθιστώντας δύσκολη την πρόβλεψη.
Λεξικό Δέντρο
bewildered
bewildering
bewilderment
bewilder



























