Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bewilder
01
μπερδεύω, συγχύζω
to confuse someone, leaving them uncertain
Transitive: to bewilder sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bewilder
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewilders
ενεστώτα μετοχή
bewildering
απλός αόριστος
bewildered
παθητική μετοχή
bewildered
Παραδείγματα
The sudden disappearance of the treasure bewildered the explorers.
Η ξαφνική εξαφάνιση του θησαυρού σύγχυσε τους εξερευνητές.
Λεξικό Δέντρο
bewildered
bewildering
bewilderment
bewilder



























