strut
strut
strʌt
strat
stout

Ορισμός και σημασία του "strut"στα αγγλικά

01

περπατησιά υπερήφανη, περπατησιά αλαζονική

a way of walking that displays pride 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
struts
Παραδείγματα
He walked in with a strut that turned every head. 

Μπήκε με ένα περπάτημα υπερήφανο που γύρισε όλα τα κεφάλια.

02

ένα στήριγμα, ένα αντηρίδιο

a rigid support, typically a bar or rod, used to resist compression and reinforce structures 
Παραδείγματα
The aircraft's wing was stabilized by a metal strut. 

Η πτέρυγα του αεροσκάφους σταθεροποιήθηκε από ένα μεταλλικό στήριγμα.

to strut
01

περπατώ με υπερηφάνεια, περπατώ με αλαζονεία

to walk with a confident and often arrogant gait 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
strut
γ΄ ενικό πρόσωπο
struts
ενεστώτα μετοχή
strutting
απλός αόριστος
strutted
παθητική μετοχή
strutted
Παραδείγματα
He strutted into the room like he owned the place. 

Μπήκε στο δωμάτιο περπατώντας με υπερηφάνεια σαν να ήταν ο ιδιοκτήτης του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store