strapping
stra
ˈstræ
strā
pping
pɪng
ping
strippingstripingstopping

Ορισμός και σημασία του "strapping"στα αγγλικά

01

γερός, στέρεος

tall, strong, and well-built, often implying an impressive physical appearance 
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strapping
συγκριτικός βαθμός
more strapping
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strapping young man effortlessly carried the heavy crates, showcasing his impressive strength. 

Ο δυνατός νεαρός άντρας μετέφερε χωρίς κόπο τα βαρέα κιβώτια, επιδεικνύοντας την εντυπωσιακή του δύναμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store