Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steamed
01
μαγειρεμένος στον ατμό, ατμομαγειρεμένος
cooked using the steam of boiling water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most steamed
συγκριτικός βαθμός
more steamed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She prepared steamed broccoli as a healthy side dish to accompany the grilled chicken.
Προετοίμασε ατμιστό μπρόκολο ως υγιεινό συνοδευτικό για να συνοδεύσει το ψητό κοτόπουλο.
02
θυμωμένος, ενοχλημένος
feeling extremely angry or irritated
αργκό
Παραδείγματα
They were steamed about the canceled flight.
Ήταν έξαλλοι για την ακυρωμένη πτήση.
03
μεθυσμένος, μπουρμενού
highly intoxicated due to alcohol consumption
Παραδείγματα
They went out and got steamed at the party last night.
Βγήκαν έξω και μεθύστηκαν στο πάρτι χθες το βράδυ.
Λεξικό Δέντρο
steamed
steam



























