pissed
pissed
pɪst
pist
enlistassistmissedresist

Ορισμός και σημασία του "pissed"στα αγγλικά

01

θυμωμένος, εκνευρισμένος

very angry or fed up with something 
pissed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pissed
συγκριτικός βαθμός
more pissed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was pissed when her phone battery died in the middle of an important call. 

Ήταν θυμωμένη όταν η μπαταρία του τηλεφώνου της έληξε στη μέση μιας σημαντικής κλήσης.

02

μεθυσμένος, μπουχτισμένος

highly intoxicated from alcohol 
pissed definition and meaning
Παραδείγματα
He got totally pissed at the club last night. 

Ήταν εντελώς μεθυσμένος στο κλαμπ χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store