Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pissed
01
θυμωμένος, εκνευρισμένος
very angry or fed up with something
Παραδείγματα
He seemed pissed after being unfairly treated by his boss.
Φαινόταν θυμωμένος αφού τον αντιμετώπισε άδικα το αφεντικό του.
02
μεθυσμένος, μπουχτισμένος
highly intoxicated from alcohol
Παραδείγματα
He does n't remember a thing — he was completely pissed.
Δεν θυμάται τίποτα—ήταν εντελώς μεθυσμένος.
Λεξικό Δέντρο
pissed
piss



























