Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staggering
01
εκπληκτικός, συγχυτικός
so large or impressive that it is difficult to comprehend or believe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most staggering
συγκριτικός βαθμός
more staggering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The amount of work required for the project was staggering, but they managed it.
Η ποσότητα της εργασίας που απαιτήθηκε για το έργο ήταν συγκλονιστική, αλλά τα κατάφεραν.
Staggering
01
τρεμούλα, παραπάτημα
the unsteady or faltering movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staggerings
Παραδείγματα
His staggering across the room indicated that he was drunk.
Το ταλάντευση του στο δωμάτιο έδειχνε ότι ήταν μεθυσμένος.
02
διαβάθμιση, μετατόπιση
the technique of repeating a sequence of frames to create the effect of struggling effort or unsteady movement
Παραδείγματα
The animator used staggering to show the character's struggle to stand up.
Ο εικονογράφος χρησιμοποίησε τρεμούλιασμα για να δείξει τον αγώνα του χαρακτήρα να σηκωθεί.
Λεξικό Δέντρο
staggeringly
staggering
stagger



























