Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stagger
01
παραπατώ, τρεκλίζω
to move unsteadily or with difficulty
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stagger
γ΄ ενικό πρόσωπο
staggers
ενεστώτα μετοχή
staggering
απλός αόριστος
staggered
παθητική μετοχή
staggered
Παραδείγματα
After a night of heavy drinking, he began to stagger down the street.
Μετά από μια νύχτα βαριάς μέθης, άρχισε να παραπατεί στον δρόμο.
02
κατανέμω σταδιακά, τοποθετώ με χρονική διαφορά
to organize or set objects or events in a way that avoids overlapping
Transitive: to stagger activities or events
Παραδείγματα
In the choir performance, the director instructed the singers to stagger their entrances for a harmonious effect.
Στην χορωδία, ο μαέστρος διέταξε τους τραγουδιστές να κατανείμουν τις εισόδους τους για μια αρμονική επίδραση.
03
καταπλήσσω, συγχύζω
to cause someone to be surprised, overwhelmed, or deeply affected
Transitive: to stagger sb
Παραδείγματα
The unexpected announcement of the company's closure staggered the employees.
Η απροσδόκητη ανακοίνωση της κλεισίματος της εταιρείας σάστισε τους υπαλλήλους.
Stagger
01
ταλαντευόμενος βηματισμός, ασταθές βήμα
an unsteady uneven gait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staggers
Λεξικό Δέντρο
staggering
staggering
stagger



























