to stagger
sta
ˈstæ
stā
gger
swaggerstager

Ορισμός και σημασία του "stagger"στα αγγλικά

to stagger
01

παραπατώ, τρεκλίζω

to move unsteadily or with difficulty 
Intransitive
to stagger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stagger
γ΄ ενικό πρόσωπο
staggers
ενεστώτα μετοχή
staggering
απλός αόριστος
staggered
παθητική μετοχή
staggered
Παραδείγματα
After a night of heavy drinking, he began to stagger down the street. 

Μετά από μια νύχτα βαριάς μέθης, άρχισε να παραπατεί στον δρόμο.

02

κατανέμω σταδιακά, τοποθετώ με χρονική διαφορά

to organize or set objects or events in a way that avoids overlapping 
Transitive: to stagger activities or events
Παραδείγματα
In the choir performance, the director instructed the singers to stagger their entrances for a harmonious effect. 

Στην χορωδία, ο μαέστρος διέταξε τους τραγουδιστές να κατανείμουν τις εισόδους τους για μια αρμονική επίδραση.

03

καταπλήσσω, συγχύζω

to cause someone to be surprised, overwhelmed, or deeply affected 
Transitive: to stagger sb
Παραδείγματα
The unexpected announcement of the company's closure staggered the employees. 

Η απροσδόκητη ανακοίνωση της κλεισίματος της εταιρείας σάστισε τους υπαλλήλους.

01

ταλαντευόμενος βηματισμός, ασταθές βήμα

an unsteady uneven gait 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staggers

Λεξικό Δέντρο

staggering
staggering
stagger
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store