to stagger
Pronunciation
/ˈstæɡɝ/

Ορισμός και σημασία του "stagger"στα αγγλικά

to stagger
01

παραπατώ, τρεκλίζω

to move unsteadily or with difficulty
Intransitive
to stagger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stagger
γ΄ ενικό πρόσωπο
staggers
ενεστώτα μετοχή
staggering
απλός αόριστος
staggered
παθητική μετοχή
staggered
Παραδείγματα
The elderly gentleman, feeling weak and frail, had to stagger with the assistance of a walker.
Ο ηλικιωμένος κύριος, αισθανόμενος αδύναμος και ευπαθής, έπρεπε να παραπατεί με τη βοήθεια ενός βαστούχου.
02

κατανέμω σταδιακά, τοποθετώ με χρονική διαφορά

to organize or set objects or events in a way that avoids overlapping
Transitive: to stagger activities or events
Παραδείγματα
The conference schedule was carefully staggered to allow attendees to participate in various sessions without overlapping.
Το πρόγραμμα της συνδιάσκεψης κατανεμήθηκε προσεκτικά ώστε οι συμμετέχοντες να μπορούν να συμμετέχουν σε διάφορες συνεδρίες χωρίς επικάλυψη.
03

καταπλήσσω, συγχύζω

to cause someone to be surprised, overwhelmed, or deeply affected
Transitive: to stagger sb
Παραδείγματα
The unexpected plot twist in the novel staggered readers.
Η απρόσμενη ανατροπή της πλοκής στο μυθιστόρημα σάστισε τους αναγνώστες.
01

ταλαντευόμενος βηματισμός, ασταθές βήμα

an unsteady uneven gait
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staggers

Λεξικό Δέντρο

staggering
staggering
stagger
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store