squint
squint
skwɪnt
σκουιντ
/skwˈɪnt/

Ορισμός και σημασία του "squint"στα αγγλικά

01

κλείσιμο ματιού, κοιτάζω με μισό μάτι

the act of looking with the eyes partly closed, often to see more clearly
squint definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squints
Παραδείγματα
a squint made the road signs easier to read.
Το μάζεμα των ματιών έκανε τα οδικά σήματα πιο εύκολα στην ανάγνωση.
02

στραβισμός, αλλοίωση των ματιών

a misalignment or deviation of one or both eyes from their normal position
squint definition and meaning
Παραδείγματα
The patient 's squint worsened over time.
Ο στραβισμός του ασθενούς επιδεινώθηκε με την πάροδο του χρόνου.
03

βολοθυρίδα, παρατηρητήριο

a narrow, angled opening or passage in a wall, often in architecture, allowing sight or movement between spaces
Παραδείγματα
Archers used the squint to fire arrows while remaining protected.
Οι τοξότες χρησιμοποιούσαν το παραθυράκι για να ρίχνουν βέλη ενώ παρέμεναν προστατευμένοι.
to squint
01

κλείνω τα μάτια μισάνοιχτα, ζαρώνω τα μάτια

to look with eyes half-opened when hit by light, or as a sign of suspicion, etc.
Intransitive
to squint definition and meaning
Παραδείγματα
She squinted at the menu in the dimly lit restaurant, struggling to read the options.
Κοίταξε με μισόκλειστα τα μάτια το μενού στο αμυδρά φωτισμένο εστιατόριο, παλεύοντας να διαβάσει τις επιλογές.
02

αλλοιώνω, είμαι αλλοιωμένος

to have eyes that are pointed in different directions
Intransitive
to squint definition and meaning
Παραδείγματα
The child squints when looking at objects far away, a common behavior for those who are cross-eyed.
Το παιδί λοξοκοιτάζει όταν κοιτάζει αντικείμενα μακριά, μια κοινή συμπεριφορά για όσους έχουν στραβισμό.
03

κλείνω τα μάτια μισόκλειστα, ζαρώνω τα μάτια

to partially close one's eye or eyes in order to see more clearly or to protect them from light
Transitive: to squint one's eyes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squint
γ΄ ενικό πρόσωπο
squints
ενεστώτα μετοχή
squinting
απλός αόριστος
squinted
παθητική μετοχή
squinted
Παραδείγματα
The actor squinted his eyes to mimic the character's suspicion in the movie scene.
Ο ηθοποιός μύτισε τα μάτια του για να μιμηθεί την καχυποψία του χαρακτήρα στη σκηνή της ταινίας.
01

λοξός, πλάγιος

(of a look or glance) directed sideways, often showing doubt, suspicion, or envy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
squintest
συγκριτικός βαθμός
squinter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her squint gaze revealed that she did n't believe a word he said.
Το αλλοπρόσαλλο βλέμμα της αποκάλυπτε ότι δεν πίστευε ούτε μια λέξη από όσα είπε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store