Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to square up
01
συμφωνώ, διευθετώ διαφορές
to reach an agreement or manage a dispute, often by coming to terms or resolving differences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
square
ενεστώτας
square up
γ΄ ενικό πρόσωπο
squares up
ενεστώτα μετοχή
squaring up
απλός αόριστος
squared up
παθητική μετοχή
squared up
Παραδείγματα
After a heated argument, the friends decided it was time to square up and mend their relationship.
Μετά από έναν έντονο καβγά, οι φίλοι αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να διευθετήσουν τις διαφορές τους και να επισκευάσουν τη σχέση τους.
02
τετραγωνίζω, κάνω τετράγωνο
to make something square or even in shape
Παραδείγματα
The carpenter carefully measured and cut the wood to square up the frame of the new bookshelf.
Ο ξυλουργός μέτρησε και έκοψε προσεκτικά το ξύλο για να τετραγωνίσει το πλαίσιο της νέας βιβλιοθήκης.
03
ευθυγραμμίζω, κάνω τετράγωνο
to align the edges of a stack of paper, especially in the context of printing, to ensure uniformity
Παραδείγματα
In the world of offset printing, precision is crucial, and the technician meticulously squares up the paper to avoid any misalignment during the printing process.
Στον κόσμο της οφσέτ εκτύπωσης, η ακρίβεια είναι κρίσιμη, και ο τεχνικός ευθυγραμμίζει προσεκτικά το χαρτί (square up) για να αποφύγει οποιαδήποτε παραμόρφωση κατά τη διαδικασία εκτύπωσης.
04
ηρεμώ, καθησυχάζω
to calm down, especially after a confrontation or tense situation
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
After the argument, she told him to square up and stop yelling.
Μετά τη διαμάχη, του είπε να ηρεμήσει και να σταματήσει να φωνάζει.



























