Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spooky
01
τρομακτικός, αποκρουστικός
unsettling in a way that causes feelings of fear or unease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
spookiest
συγκριτικός βαθμός
spookier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
atmosphere, emotion, perception
Παραδείγματα
The old, abandoned house had a spooky atmosphere, with creaking floorboards and shadowy corners.
Το παλιό, εγκαταλελειμμένο σπίτι είχε μια μακάβρια ατμόσφαιρα, με τρίζοντα πατώματα και σκοτεινές γωνίες.
02
τρομακτικός, ανήσυχος
(of a person) feeling scared or uneasy
Παραδείγματα
I felt spooky walking through the dark hallway alone.
Ένιωσα τρομακτικά περπατώντας μόνος στο σκοτεινό διάδρομο.
03
νευρικός, εύκολα τρομαγμένος
(of a horse) easily startled or frightened by unexpected movements or unfamiliar objects
Παραδείγματα
The spooky horse bucked when a bird flew out of the bushes.
Το φοβισμένο άλογο έριξε λάκτισμα όταν ένα πουλί πετάχτηκε από τους θάμνους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
spookily
spooky
spook



























