Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spooky
01
τρομακτικός, αποκρουστικός
unsettling in a way that causes feelings of fear or unease
Παραδείγματα
She felt a spooky presence in the attic, even though she was alone in the house.
Ένιωσε μια αποκρουστική παρουσία στη σοφίτα, παρόλο που ήταν μόνη στο σπίτι.
02
τρομακτικός, ανήσυχος
(of a person) feeling scared or uneasy
Παραδείγματα
It was so quiet in the forest, it made everyone a little spooky.
Ήταν τόσο ήσυχο στο δάσος που έκανε όλους να νιώθουν λίγο φρικτά.
03
νευρικός, εύκολα τρομαγμένος
(of a horse) easily startled or frightened by unexpected movements or unfamiliar objects
Παραδείγματα
He had to adjust his riding style to keep control of the spooky horse during their training sessions.
Έπρεπε να προσαρμόσει το στυλ ιππασίας του για να διατηρήσει τον έλεγχο του φοβικού αλόγου κατά τις προπονητικές τους συνεδρίες.
Λεξικό Δέντρο
spookily
spooky
spook



























