to spoof
spoof
spuf
spoof
aloofproofwoofhoof

Ορισμός και σημασία του "spoof"στα αγγλικά

to spoof
01

παρωδώ, μιμούμαι με χιούμορ

to create a humorous imitation of something, often to mock or satirize it 
Transitive: to spoof sth
to spoof definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spoof
γ΄ ενικό πρόσωπο
spoofs
ενεστώτα μετοχή
spoofing
απλός αόριστος
spoofed
παθητική μετοχή
spoofed
Παραδείγματα
The comedy show often spoofs popular TV commercials. 

Η κωμική εκπομπή συχνά παρωδεί δημοφιλείς τηλεοπτικές διαφημίσεις.

02

πλαστογραφώ, παραποιώ

(computing) to send an email or spam to someone pretending to be someone else by forging their address 
Transitive: to spoof sth
Παραδείγματα
Hackers often spoof email addresses to trick recipients into opening malicious attachments. 

Οι hackers συχνά πλαστογραφούν διευθύνσεις email για να εξαπατήσουν τους παραλήπτες και να τους κάνουν να ανοίξουν κακόβουλα συνημμένα.

01

παρωδία, παρωδία

a genre of film characterized by humorous or satirical imitation of other films, genres, or cultural phenomena 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spoofs
Παραδείγματα
The movie "Scary Movie" is a spoof of the horror genre, cleverly mocking popular horror films like "Scream" and "I Know What You Did Last Summer." 

Η ταινία "Scary Movie" είναι μια παρωδία του είδους τρόμου, που κοροϊδεύει έξυπνα δημοφιλείς ταινίες τρόμου όπως το "Scream" και το "I Know What You Did Last Summer".

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store