spongy
spon
ˈspən
σπαν
gy
ʤi
τζι
British pronunciation
/spˈʌnd‍ʒi/

Ορισμός και σημασία του "spongy"στα αγγλικά

01

σπογγώδης, πορώδης

having a soft and compressible texture with pores
example
Παραδείγματα
His spongy workout mat had pores that allowed it to absorb sweat and cushion impact.
Το σπογγώδες χαλάκι γυμναστικής του είχε πόρους που του επέτρεπαν να απορροφά τον ιδρώτα και να μαλακώνει τις κρούσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store