spongy
spon
ˈspʌn
σπαν
gy
ʤi
τζι
grungy

Ορισμός και σημασία του "spongy"στα αγγλικά

01

σπογγώδης, πορώδης

having a soft and compressible texture with pores 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
spongiest
συγκριτικός βαθμός
spongier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, materials, food
Παραδείγματα
The bread was spongy, with a light and airy texture inside. 

Το ψωμί ήταν σπογγώδες, με μια ελαφριά και αεράτη υφή στο εσωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sponginess
spongy
sponge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store