spooked
spooked
spu:kt
spookt
specked

Ορισμός και σημασία του "spooked"στα αγγλικά

01

τρομαγμένος, αναστατωμένος

startled, scared, or unnerved, often suddenly or unexpectedly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most spooked
συγκριτικός βαθμός
more spooked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I was spooked when my manager suddenly asked me to present first. 

Τρόμαξα όταν ο διευθυντής μου ξαφνικά μου ζήτησε να παρουσιάσω πρώτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store