Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spoof
01
παρωδώ, μιμούμαι με χιούμορ
to create a humorous imitation of something, often to mock or satirize it
Transitive: to spoof sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spoof
γ΄ ενικό πρόσωπο
spoofs
ενεστώτα μετοχή
spoofing
απλός αόριστος
spoofed
παθητική μετοχή
spoofed
Παραδείγματα
The online video spoofed viral internet challenges, adding ridiculous twists and stunts.
Το διαδικτυακό βίντεο παρωδούσε τις viral διαδικτυακές προκλήσεις, προσθέτοντας γελοίες ανατροπές και ακροβατικά.
02
πλαστογραφώ, παραποιώ
(computing) to send an email or spam to someone pretending to be someone else by forging their address
Transitive: to spoof sth
Παραδείγματα
By the time they realized it, the hackers had already spoofed the email and sent out phishing links.
Μέχρι να το συνειδητοποιήσουν, οι χάκερς είχαν ήδη παραποιήσει το email και είχαν στείλει phishing links.
Spoof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spoofs
Παραδείγματα
" Spaceballs " is a classic spoof of science fiction movies like " Star Wars, " filled with silly jokes and exaggerated characters that lovingly mock the genre.
Το "Spaceballs" είναι μια κλασική παρωδία ταινιών επιστημονικής φαντασίας όπως το "Star Wars", γεμάτη με ανόητα αστεία και υπερβολικούς χαρακτήρες που ειρωνεύονται με αγάπη το είδος.
Λεξικό Δέντρο
spoofing
spoof



























