skittish
ski
ˈskɪ
ski
ttish
tɪʃ
tish
British

Ορισμός και σημασία του "skittish"στα αγγλικά

01

εύκολα τρομαγμένος, φοβιτσιάρης

(of a horse) easily scared by sudden movements or unfamiliar situations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most skittish
συγκριτικός βαθμός
more skittish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The skittish foal bolted at the sound of the dog barking. 

Το δειλό πουλάρι έφυγε τρέχοντας με τον ήχο του γαύγισμα του σκύλου.

Λεξικό Δέντρο

skittishly
skittishness
skittish
skit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store