Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skive
01
ξύνω, αποξύνω
to scrape or remove a thin layer from the surface of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
skive
γ΄ ενικό πρόσωπο
skives
ενεστώτα μετοχή
skiving
απλός αόριστος
skived
παθητική μετοχή
skived
Παραδείγματα
The machinist carefully skives the surface for a smooth finish.
Ο μηχανολόγος ξύνει προσεκτικά την επιφάνεια για μια λεία ολοκλήρωση.
02
κοπαναώ, κάνω κοπάνα
to avoid fulfilling a responsibility by staying away from work
Παραδείγματα
Despite his efforts to skive off chores, his parents always found out and made sure he completed them.
Παρά τις προσπάθειές του να ξεφύγει από τις δουλειές του σπιτιού, οι γονείς του το έβρισκαν πάντα και έβγαζαν άκρη να τις ολοκληρώσει.



























